BUSINESS & FINANCE

Το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει τον υψηλότερο βαθμό συγκέντρωσης στην Ε.Ε.

AP Photo

Τον υψηλότερο βαθμό συγκέντρωσης μεταξύ των 27 χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης παρουσιάζει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα, στο οποίο τα πέντε μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα ελέγχουν το 97% των συνολικών assets υπό διαχείριση. Αυτό προκύπτει με βάση τα στοιχεία του 2020 που δημοσίευσε χθες η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, επιβεβαιώνοντας το status quo της υψηλής συγκέντρωσης που παρατηρείται σταθερά τα τελευταία χρόνια μετά το κλείσιμο δεκάδων μικρών και μεσαίων τραπεζών που προκάλεσε η κρίση της προηγούμενης δεκαετίας. 

Με δεδομένο μάλιστα ότι στη χώρα μας τη συντριπτική πλειοψηφία των υπό διαχείριση κεφαλαίων φαίνεται ότι καρπώνονται οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, γίνεται σαφής η υπεροχή τους, τόσο στο σκέλος των καταθέσεων όσο και στο σκέλος των χορηγήσεων.

Η αξιολόγηση του βαθμού συγκέντρωσης των τραπεζικών συστημάτων στην Ε.Ε. από την ΕΚΤ γίνεται με βάση το κοινώς αποδεκτό δείκτη (Index) Herfindahl που ανεβάζει την Ελλάδα στην πρώτη θέση της κατάταξης, με διαφορά από άλλες ώριμες ή λιγότερο ώριμες αγορές. Είναι χαρακτηριστικό ότι αμέσως μετά την Ελλάδα, οι αγορές με τη μεγαλύτερη συγκέντρωση είναι η Εσθονία με 93,7%, η Λιθουανία με 91,8%, η Λετονία με 87,8% και ακολουθεί η Κύπρος με 86,5%. Στην Πορτογαλία ο βαθμός συγκέντρωσης, δηλαδή το μερίδιο των πέντε μεγαλύτερων τραπεζών διαμορφώνεται στο 73,6%, στην Ισπανία στο 66,4%, στη Γαλλία στο 49,2%, στη Γερμανία στο 34% και στη Μεγάλη Βρετανία – που δεν ανήκει πια στην Ένωση – στο 32%.

Με βάση τα στοιχεία της ΕΚΤ ο δείκτης Herfindahl διαμορφώνεται στην χώρα μας στο 2.320, οριακά δηλαδή ως προς τις συνθήκες ανταγωνισμού που ισχύουν. Μια αγορά με δείκτη μικρότερο από 1.500 θεωρείται ανταγωνιστική αγορά, μια αγορά με δείκτη 1.500 έως 2.500 ως μέτρια συγκεντρωμένη αγορά και με δείκτη άνω των 2.500 χαρακτηρίζεται ως αγορά υψηλής συγκέντρωσης. Ο δείκτης Herfindahl αποτελεί ένδειξη και όχι πάντα  μια ασφαλή διαπίστωση, αφού πρόκειται για μια εν πολλοίς απλή προσέγγιση που δεν λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των διαφορετικών αγορών.

Έτσι τη χώρα μας π.χ. είναι γνωστό ότι ο υψηλός βαθμός συγκέντρωσης είναι συνέπεια της βίαιης προσαρμογής που έγινε τα τελευταία χρόνια λόγω της κρίσης που πυροδότησε η δημοσιονομική αποτυχία, αλλά και της πιστωτικής συρρίκνωσης που ακολούθησε λόγω της ύφεσης. Επιπλέον ακόμα και οι πέντε τράπεζες που κυριάρχησαν είχαν να αντιμετωπίσουν τον τεράστιο όγκο των κόκκινων δανείων, που δημιούργησε η συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματος και συντηρήθηκε για μακρά χρονική περίοδο σε υψηλό επίπεδο λόγω και των εγγενών αδυναμιών της οικονομίας. Σε κάθε περίπτωση όμως το φαινόμενο αποδεικνύεται «ελληνικό» και ακόμη και αν και η ρεαλιστική ανάγνωση δεν είναι η απουσία ανταγωνισμού, δημιουργεί προβληματισμό για την επόμενη μέρα, εφόσον η οικονομία βγει τελικά από το φαύλο κύκλο της μακροχρόνιας ύφεσης και η πιστωτική επέκταση ανακάψει με μόνιμα χαρακτηριστικά.

Οι ελληνικές τράπεζες υπεραμύνονται άλλωστε του υψηλού ανταγωνισμού που υπάρχει για τους καλούς πελάτες, επισημαίνοντας ότι οι καλές επιχειρήσεις που είναι αξιόχρεες δεν είναι τόσες ώστε να δικαιολογούν περισσότερες τράπεζες και άρα εκτός από τα χαμηλά επίπεδα ανάπτυξης, η διάρθρωση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος φαίνεται ότι συντηρείται και από τα χαρακτηριστικά της αγοράς, δηλαδή από την πλευρά της ζήτησης.

Άλλωστε το τελευταίο διάστημα τόσο στην Ελλάδα όσο και στην υπόλοιπη Ευρώπη, ο ανταγωνισμός φαίνεται να εντοπίζεται όχι στις παραδοσιακές τράπεζες, αλλά στις εταιρείες fintech και στους νέους παίκτες που εισέρχονται στην αγορά όπως οι λεγόμενες challenger τράπεζες. Εκτός από το κομμάτι των καταθέσεων οι νεο – τράπεζες επικεντρώνουν την πολιτική τους στη δανειοδότηση των μικρών και πολύ μικρών επιχειρήσεων, διευρύνοντας την αρχιτεκτονική και τις προκλήσεις του συστήματος.  

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News