ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ «MR»

Γ. Φιλιόπουλος (Enterprise Greece): Πώς θα φέρουμε περισσότερους επενδυτές στην Ελλάδα

Ισχυρό επενδυτικό ενδιαφέρον προσελκύει η Ελλάδα, έχοντας βελτιώσει τη θέση της ως διεθνούς προορισμού τοποθέτησης κεφαλαίων σε τομείς με σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, όπως αναφέρει, σε συνέντευξή του στο moneyreview.gr, ο διευθύνων σύμβουλος της Enterprise Greece, Γιώργος Φιλιόπουλος. Σημειώνει ότι ο φορέας προσαρμόστηκε στα νέα δεδομένα που προκάλεσε η πανδημική κρίση κι εκτιμά πως οι συναλλαγές μέσω Χρυσής Βίζας θα ανακάμψουν.

Πώς προσαρμόστηκε η Enterprise Greece στα νέα δεδομένα που προκάλεσε η πανδημία;

Η εικόνα της Ελλάδας στο διεθνές επενδυτικό κοινό έχει βελτιωθεί σημαντικά, λόγω της μεταρρυθμίσεων που έχουν ήδη λάβει χώρα αλλά και αυτών που δρομολογούνται από την Ελληνική κυβέρνηση. Η βελτίωση του κλίματος για προσέλκυση επενδύσεων από το εξωτερικό, θα ενισχυθεί ακόμη περισσότερο, μετά και την ανακοίνωση του σχεδίου «Ελλάδα 2.0».

Ωστόσο, η αποτελεσματική προσέλκυση ξένων επενδύσεων είναι μια ιδιαίτερα σύνθετη και συνάμα απαιτητική σε πόρους και χρόνο, διαδικασία. Τον περασμένο χρόνο, σε αυτά τα δεδομένα, προστέθηκαν οι επιπτώσεις και οι περιορισμοί που επέβαλε η πανδημία.

Βάσει των νέων δεδομένων που επέβαλε ο πρωτόγνωρος αυτός εξωγενής παράγοντας, η Enterprise Greece σχεδίασε και υλοποίησε το 2020, ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα διαδικτυακής προβολής της χώρας και προσέλκυσης επενδύσεων, το οποίο περιελάμβανε μεταξύ άλλων τις εξής δράσεις:

  • Διοργάνωση 22 δράσεων προώθησης επενδυτικών ευκαιριών.
  • Ενημέρωση για τον επενδυτικό προορισμό Ελλάδα πλέον των 3.800 επιχειρηματιών και εκπροσώπων φορέων και υποδοχή και διαχείριση περισσότερων των 850 αιτημάτων μέσω του επενδυτικού help desk που με επιτυχία λειτουργεί από το 2008.
  • Προώθηση 70 στοχευμένων επενδυτικών προτάσεων μέσω του χαρτοφυλακίου ιδιωτικών επενδυτικών έργων.

Σε ποιους κλάδους δίνει έμφαση η Enterprise Greece ;

Το επιχειρησιακό σχέδιο που καταρτίζει σε ετήσια βάση η Enterprise Greece για την προσέλκυση επενδύσεων, στηρίζεται σε ένα πλέγμα κλάδων-χωρών προτεραιότητας, το οποίο βασίζεται αφενός σε δυναμικούς κλάδους της ελληνικής οικονομίας που υπάρχει τεκμηριωμένο συγκριτικό πλεονέκτημα κι αφετέρου σε χώρες με αδιάλειπτη και αυξημένη (εξαγωγική) επενδυτική δραστηριότητα.

Συνεπώς οι κλάδοι που εστιάζουμε, σύμφωνα με τους τομείς που επενδύουν τα διεθνή κεφάλαια και επιχειρήσεις είναι: ο τουρισμός και τα ακίνητα, η ενέργεια (Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και άλλοι υποκλάδοι της), οι νέες τεχνολογίες (πληροφορική, επιστήμες υγείας), η αγροτοδιατροφή, οι τεχνολογίες περιβάλλοντος, η εφοδιαστική αλυσίδα, τα φάρμακα, οι οπτικοακουστικές παραγωγές, τα ταμεία εναλλακτικών επενδύσεων και τα παγκόσμια κέντρα παροχής υπηρεσιών.

Έχει βελτιωθεί η ελκυστικότητα της Ελλάδας ως επενδυτικού προορισμού;

Μπορώ να σας πω με σιγουριά πλέον ότι η εικόνα που έχουν σχηματίσει οι ξένοι επενδυτές για την Ελλάδα ως επενδυτικό προορισμό, είναι αισθητά διαφοροποιημένη σε σχέση με το σχετικά πρόσφατο παρελθόν. Οι επενδυτές, αναγνωρίζουν πλέον ότι η Ελλάδα ακολουθεί το τελευταίο διάστημα μια αποτελεσματική πολιτική προσέλκυσης επενδύσεων, με την κυβέρνηση να καταβάλει συστηματικές προσπάθειες να καταστήσει τη χώρα ελκυστικό επενδυτικό προορισμό. Παράλληλα, εντοπίζουν και το αναπτυξιακό δυνητικό για επενδύσεις σε ένα μεγάλο εύρος τομέων.

Σύμφωνα με πρόσφατες διεθνείς έρευνες, η εικόνα της παγκόσμιας επενδυτικής κοινότητας για την ελκυστικότητα της χώρας ως επενδυτικού προορισμού, παραμένει θετική, παρά το αρνητικό κλίμα που δημιούργησε η πανδημία της Covid-19. Από τις έρευνες αυτές προκύπτει ότι, η πλειοψηφία των επενδυτών εκτιμά πως η αποτελεσματική διαχείριση της κρίσης, ενίσχυσε περαιτέρω την εικόνα αυτή, ειδικά μετά και τις ανακοινώσεις για το Ταμείο Ανάπτυξης.

Χαρακτηριστικά αναφέρω πρόσφατη έρευνα της Ευρωπαϊκής Ένωσης μεταξύ στελεχών μεγάλων επιχειρήσεων, η οποία φέρνει την Ελλάδα ψηλά στη λίστα των δυνητικών επενδύσεων στην περιοχή της Ευρώπης. Σύμφωνα επίσης με την έκδοση της έρευνας EY Attractiveness Survey Ελλάδα 2020, η χώρα βελτίωσε την κατάταξή της σε σχέση με πέρυσι, αλλά και τη δεκαετία 2009-2018, καθώς κατέλαβε την 29η θέση για το 2019, έναντι της 35ης το 2018.

Διεθνείς οίκοι αξιολόγησης, δείχνουν εμπιστοσύνη στην ελληνική οικονομία, όπως έδειξε πρόσφατη έκθεση του οίκου Scope Ratings, στην οποία σημειώνεται ότι η κυβέρνηση με τους πόρους του τακτικού κοινοτικού προϋπολογισμού και εκείνους του Ταμείου Ανάκαμψης, θα έχει στη διάθεσή της περίπου 50 δισ. ευρώ , το οποίο αντιστοιχεί στο 27% του ΑΕΠ, για να προωθήσει σημαντικά έργα τα επόμενα χρόνια. Ενώ και ο οίκος Moody’s, σημειώνει ότι η Ελλάδα θα είναι από τις χώρες που θα επωφεληθούν από τους πόρους του Ταμείου Ανάπτυξης, καθώς θα αποτελέσει προορισμό για μεγάλες επενδύσεις, οι οποίες θα συμβάλλουν και στην αναβάθμιση της αξιολόγησής της.

Και φυσικά, όλο και πιο συχνά τελευταία, βλέπουμε πολυεθνικούς κολοσσούς, να επιλέγουν τη χώρα μας για να προχωρήσουν μεγάλα, για τα ελληνικά δεδομένα, data centers, πρωτοποριακά κέντρα καινοτομίας και Ακαδημίες ψηφιακής κατάρτισης.

Ποια εκτιμάτε ότι θα είναι η πορεία του προγράμματος «Χρυσή Βίζα» στην εποχή μετά την πανδημία;

Όπως είναι γνωστό, στον ελληνικό Κώδικα Μετανάστευσης, παρέχεται η δυνατότητα χορήγησης αδειών διαμονής, η επονομαζόμενη και «Χρυσή Βίζα», σε πολίτες τρίτων χωρών και σε μέλη των οικογενειών τους που προβαίνουν σε αγορά ακίνητης περιουσίας, με το ελάχιστο ύψος της να καθορίζεται σε 250.000 ευρώ. Οι άδειες διαμονής ανανεώνονται κάθε 5 χρόνια, εφόσον οι αλλοδαποί επενδυτές εξακολουθούν να έχουν στην κατοχή τους την ακίνητη περιουσία, που έχουν ήδη αποκτήσει  στην ελληνική επικράτεια.

Αυτό, είναι ένα ακόμα πρόγραμμα οικονομικής κατοικίας (economic residence), απευθυνόμενο σε πολίτες τρίτων χωρών με σημαντική οικονομική επιφάνεια, αντίστοιχο προγραμμάτων άλλων χωρών εντός της ΕΕ,  αλλά και άλλων εκτός αυτής. Από την έναρξη εφαρμογής του, μόλις πριν 7 περίπου χρόνια, έγινε δεκτό από τη διεθνή επενδυτική κοινότητα με θερμά σχόλια, τόσο για την ιδιαίτερα δημοφιλή χώρα που αφορούσε, όσο και για τα ιδιαίτερα ανταγωνιστικά κριτήρια ένταξης που προσέφερε. Μέσα σε αυτό το διάστημα, κατάφερε να προσελκύσει πάνω από 8.000 επενδυτές ακινήτων, πλέον των μελών των οικογενειών τους, ενώ συνεισέφερε περισσότερα από 2 δισ. ευρώ στην ελληνική κτηματαγορά, σε μια περίοδο που δοκιμάζονταν οι αντοχές της λόγω κρίσης. Το ενδιαφέρον των επενδυτών αφορά στη συντριπτική πλειοψηφία του την Κίνα (75%), ενώ με σημαντική διαφορά ακολουθούν η Τουρκία και η Ρωσία.

Η έλευση της πανδημίας με τους ταξιδιωτικούς περιορισμούς της, όπως ήταν αναμενόμενο, επέφερε μια σημαντική μείωση στις νέες αιτήσεις, ωστόσο το ενδιαφέρον για το πρόγραμμα και την επέκταση του σε νέες μορφές επενδύσεων, μας κάνει αισιόδοξους ότι με το σταδιακό περιορισμό της, θα καταγράψουμε νέες και αυξανόμενες ξένες επενδύσεις.

 

Money Review