BUSINESS & FINANCE

MERE: Θα πετύχει το ρωσικό πείραμα εκεί που οι άλλοι απέτυχαν;

Φωτ. Shutterstock

Το πρώτο δεκαπενθήμερο του Μαρτίου αναμένεται να ανοίξει το κατάστημά της στη Λάρισα η ρωσική εκπτωτική αλυσίδα σούπερ μάρκετ MERE, ενώ το σχέδιο περιλαμβάνει επίσης μέσα στο αμέσως επόμενο χρονικό διάστημα την ίδρυση δύο ακόμη τουλάχιστον καταστημάτων στην Τρίπολη και τον Λαγκαδά. Το ακίνητο στο οποίο θα λειτουργήσει το κατάστημα της νεοεισερχόμενης στην Ελλάδα εκπτωτικής αλυσίδας στέγαζε παλιότερα επίσης σούπερ μάρκετ και συγκεκριμένα της «Μαρινόπουλος».

Το μεγάλο ερώτημα, βεβαίως, τόσο φυσικά για τη ρωσική αλυσίδα, τους προμηθευτές της και τους εργαζόμενούς της όσο και για τον ανταγωνισμό είναι εάν αυτός ο νέος hard discounter που έρχεται στην Ελλάδα θα καταφέρει αυτό που δεν κατάφεραν όλοι οι υπόλοιποι hard discounters στη χώρα μας: να «κερδίσει» το ελληνικό καταναλωτικό κοινό και να αμφισβητήσει την παντοδυναμία της Lidl σε αυτή την κατηγορία, η οποία είναι μόνη κυρίαρχη στην ελληνική αγορά.

Όλες οι προσπάθειες των υπολοίπων hard discounters στην Ελλάδα είχαν άδοξο τέλος, με πλέον χαρακτηριστικό παράδειγμα, αυτό της γερμανικής Aldi, που αν και θεωρείται διεθνώς το αντίπαλον δέος της Lidl, αποχώρησε από την ελληνική αγορά μετά από 1,5 χρόνο δραστηριότητας και ενώ πολλοί ανέμεναν ότι θα εκμεταλλευόταν την οικονομική κρίση που τότε ξεκινούσε στη χώρα. Υπενθυμίζεται ότι η Aldi, η οποία δραστηριοποιείται σε 20 χώρες, μεταξύ αυτών και οι ΗΠΑ, με πάνω από 10.000 καταστήματα, ξεκίνησε να δραστηριοποιείται στην Ελλάδα το 2008 και το 2010 ανακοίνωσε ότι αποχωρεί από την ελληνική αγορά. Η αλυσίδα γερμανικών συμφερόντων και μία από τις ηγέτιδες δυνάμεις στον κλάδο του hard discount στον κόσμο είχε ήδη προβεί σε επενδύσεις περίπου 1,2 δισ. ευρώ για τα δύο κέντρα διανομής και τα 38 καταστήματα στην Ελλάδα. Επιπλέον, με την είσοδό της στην ελληνική αγορά είχε σχεδιάσει επενδυτικό πρόγραμμα με ορίζοντα δεκαετίας, το οποίο προέβλεπε την κατασκευή συνολικά πέντε κέντρων διανομής (Θεσσαλονίκη, Πάτρα, Αθήνα, Λάρισα και Κρήτη), καθώς και την ανάπτυξη δικτύου που θα την οδηγούσε στο να αποσπάσει μερίδιο 20%.

Του άδοξου τέλους της Aldi στην Ελλάδα είχε προηγηθεί αυτό της Plus Hellas, θυγατρικής του γερμανικού ομίλου Tengelmann. Η Plus εισήλθε στην ελληνική αγορά τον Ιούνιο του 2006 και τελικώς πέρασε στην «ΑΒ Βασιλόπουλος» το 2008 (σ.σ. σταδιακά ο όμιλος Tengelmann πούλησε τις δραστηριότητες του στον κλάδο του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων σε όλες τις χώρες), ενώ στις αρχές του 2010 η Dia Hellas (που ανήκε στην κατηγορία των λεγόμενων soft discounters) απορροφήθηκε από τον όμιλο τότε Carrefour – Μαρινόπουλος και μάλιστα τα 381 καταστήματα Dia που υπήρχαν τότε έπαψαν να φέρουν το σήμα Dia και μετονομάστηκαν σε Carrefour-Μαρινόπουλος και σε Carrefour Express. Το 2016, βεβαίως, ως γνωστόν η «Μαρινόπουλος» κατέρρευσε και το δίκτυό της πέρασε στην «Σκλαβενίτης».

Η MERE στην ελληνική ιστοσελίδα της αναφέρει χαρακτηριστικά:

«Σε ποιους απευθυνόμαστε:

  • στους καταναλωτές που θέλουν να ψωνίζουν σε ανταγωνιστικές τιμές χωρίς να πληρώνουν υπερβολικά για μάρκετινγκ, όμορφα σχεδιασμένα και διακοσμημένα ράφια και περιοχές πωλήσεων.
  • στους Price hunters (κυνηγούς τιμών) που ψάχνουν για αγαθά σε τιμές ευκαιρίας και εξαιρετικές προσφορές.
  • Σε επιχειρηματίες, ιδιοκτήτες μικρών και μεσαίων καταστημάτων λιανικής και HORECA.

Αυτό, πάντως, που επισημαίνουν αναλυτές της αγοράς του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων και στελέχη του κλάδου των σούπερ μάρκετ είναι πως ναι μεν το ελληνικό καταναλωτικό κοινό έγιναν «κυνηγοί προσφορών» στη διάρκεια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης, αλλά είναι ταυτόχρονα οπαδοί των επώνυμων προϊόντων και των όμορφα διακοσμημένων σούπερ μάρκετ. Δεν είναι τυχαίο ότι προμηθευτές και λιανέμποροι την τελευταία δωδεκαετία στην Ελλάδα οδηγήθηκαν σε πολύ μεγάλες προσφορές στα επώνυμα προϊόντα, ενώ οι λιανέμποροι ανέπτυξαν μεγάλη ποικιλία προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, προσφέροντας από πολύ φθηνά προϊόντα, έως premium προϊόντα που τους διαφοροποίησαν από τους ανταγωνιστές τους. Πρόκειται για προϊόντα που στην ουσία δημιουργούν συνθήκες «πιστότητας» με τους καταναλωτές δηλαδή να τα επιλέγουν για άλλες ιδιότητες, πλην της χαμηλής τιμής, όπως κάνουν και με τα αντίστοιχα επώνυμα.

Η Lidl, ο μοναδικός hard discounter αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, έχει στα ράφια της πολλά επώνυμα προϊόντα, ενώ τα τελευταία χρόνια έχει προχωρήσει σε ριζικές ανακαινίσεις των καταστημάτων της παρέχοντας μία καλύτερη αγοραστική εμπειρία στους καταναλωτές.

Σύμφωνα με την PLMA (Private Label Manufacturers Association), τον παγκόσμιο οργανισμό κατασκευαστών – προμηθευτών προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας, το μερίδιο κατ’ όγκο των προϊόντων ιδιωτικής ετικέτας στην Ελλάδα είναι 31,5%, πολύ χαμηλότερο σε σύγκριση με αυτό σε άλλες νοτιοευρωπαϊκές χώρες (Ισπανία 49,5%, Πορτογαλία 43,6%) και χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο (46,8%), η Γερμανία (43,1%).

Τι λένε οι λιανέμποροι που βρίσκονται στην ελληνική αγορά; «Κάθε ανταγωνιστής είναι καλοδεχούμενος. Είναι προς όφελος του καταναλωτή η παροχή ποιοτικών υπηρεσιών», είχε δηλώσει ερωτηθείς σχετικά ο πρόεδρος διοίκησης της Lidl Ελλάς κ. Ιάκωβος Ανδρεανίδης, σπεύδοντας να υπογραμμίσει πως ανάλογες προσπάθειες στο παρελθόν είχαν άδοξο τέλος σε εκδήλωση της εταιρείας. «Θεωρώ ότι δεν υπάρχει χώρος στην αγορά, διότι ειδικά ένας ακόμη hard discounter για να επιτύχει πρέπει να κάνει υψηλούς τζίρους, να είναι μεγάλη η αγορά. Είδατε τι συνέβη με την Aldi, η οποία, αν και πολύ ισχυρή, εγκατέλειψε πολύ γρήγορα την ελληνική αγορά», είχε πει σε συνέντευξή του στην «Καθημερινή» πριν από λίγο καιρό ο κ. Γιάννης Μασούτης, διευθύνων σύμβουλος της «Μασούτης».

Money Review