ΠΡΟΣΕΛΚΥΣΗ ΕΠΕΝΔΥΣΕΩΝ

Γιατί η Ελλάδα παραμένει αφιλόξενη για την επιστημονική έρευνα

Στο επίκεντρο και η μεταρρύθμιση του εκπαιδευτικού συστήματος.

Φωτ. Shutterstock

Στοχευμένα κίνητρα απαιτούνται, ώστε οι εταιρείες τεχνολογίας να προχωρήσουν στη δημιουργία κέντρων έρευνας και ανάπτυξης στη χώρα μας, όπως αναφέρει στο Moneyreview.gr, ο επικεφαλής της Ansys Greece Χαράλαμπος Μπακολιάς. Η Ansys έγινε ευρύτερα γνωστή στους μη μυημένους στο χώρο της τεχνολογίας αφότου απέκτησε-εξαγορά που εκτιμάται ότι είναι μία από τις μεγαλύτερες μετά από αυτήν της Softomotive από την Microsoft- την ελληνική εταιρεία Helic τον Απρίλιο του 2019. Το deal αυτό διαδέχτηκε η επέκταση του κέντρου έρευνας και τεχνολογίας στο Χαλάνδρι της πρώην Helic, φέρνοντας τον κ. Μπακολιά ακόμη πιο κοντά στα εμπόδια που συναντούν όσοι επιδιώκουν να επενδύσουν σε κέντρα έρευνας και ανάπτυξης (Ε&Α).

«Η Ε&Α λειτουργεί ως καταλύτης για τη δημιουργία θέσεων εργασίας υψηλής αξίας και παράλληλα τροφοδοτεί την επιχειρηματικότητα με υψηλής ανταγωνιστικότητας, δύσκολα αντιγράψιμη καινοτομία» αναφέρει. Διευκρινίζει ότι η καινοτομία ως ευρύτερη έννοια είναι πάντα επιθυμητή, αλλά δεν έχει πάντα ιδιαίτερες απαιτήσεις σε έρευνα, ούτε απαραιτήτως δημιουργεί θέσεις εργασίας υψηλής αξίας.  

Ο κ. Μπακολιάς σημειώνει ότι οι εταιρείες λογισμικού, και ιδιαίτερα έρευνας και ανάπτυξης, τείνουν να είναι υψηλής έντασης γνώσης με το μισθολογικό κόστος να αντιπροσωπεύει περίπου το 70%-80% των λειτουργικών δαπανών τους.

«Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα που αντιμετωπίζουν παγκοσμίως οι εταιρείες του χώρου για την ανάπτυξή τους είναι η ανεύρεση υψηλής ποιότητας ταλέντου. Το έλλειμα ταλέντου έχει εκτοξεύσει το μισθολογικό κόστος σε κορεσμένες περιοχές όπως στη Silicon Valley, και λιγότερο στην Κεντρική Ευρώπη, οδηγώντας σε μετακινήσεις μεγάλων επιχειρήσεων αλλά και Venture Capitals σε εναλλακτικές περιοχές” αναφέρει.

Η Ελλάδα, όπως εξηγεί, «με το θεωρητικά υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης, το σχετικά χαμηλό μισθολογικό κόστος και τον μεγάλο, ως προς τον πληθυσμό, αριθμό αποφοίτων θετικών επιστημών, μπορεί να θεωρηθεί ως πρακτικά παρθένο έδαφος για τις πολυεθνικές». Ωστόσο, όπως αναφέρει, δεν παρέχει ουσιαστικά οικονομικά κίνητρα μείωσης του κόστους μισθοδοσίας για έρευνας και ανάπτυξη. Στον αντίποδα, στην πλειονότητα των χωρών του ΟΑΣΑ, ο ανταγωνισμός είναι οξύς για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, με αποτέλεσμα το κόστος μισθοδοσίας να είναι συγκρίσιμο με αυτό στη χώρα μας.

Όπως διευκρινίζει ο κ. Μπακολιάς, στην Ελλάδα ο απόλυτος αριθμός των αποφοίτων είναι μικρός, συγκριτικά με άλλες μεγαλύτερες χώρες, όπως η Γερμανία, η Ινδία και ο Καναδάς, ενώ δεν υπάρχει ώριμο το εγχώριο οικοσύστημα Ε&Α για την προσέλκυση έμπειρων στελεχών, ώστε να επιταχυνθεί η στελέχωση νέων επενδύσεων.

Προσθέτει πως το ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα παράγει αποφοίτους των οποίων οι ψηφιακές ικανότητες δεν είναι «βιομηχανικού επιπέδου», αυξάνοντας έτσι για τις επιχειρήσεις το εσωτερικό κόστος εκπαίδευσης των νέων αποφοίτων έως ότου καταστούν παραγωγικοί.

Τα κίνητρα

Όπως τονίζει ο επικεφαλής της Ansys Greece, για να κινητροδοτήσει η Πολιτεία τη δημιουργία καινούργιων ή την ενδυνάμωση των υφιστάμενων κέντρων έρευνας και ανάπτυξης, πρέπει να δώσει μεσοπρόθεσμα μία “δυτικότερη” και σταθερότερη χροιά στην οικονομία της. «Απαιτείται η θέσπιση μόνιμων κινήτρων μείωσης εργοδοτικού κόστους για δραστηριότητες Ε&Α. Τα ήδη θεσπισμένα, αμιγώς φορολογικά κίνητρα είναι ακατάλληλα για  startups ή για τη δημιουργία κέντρων Ε&Α. Αυτό διότι ούτε οι startups ούτε και τα κέντρα Ε&Α εμφανίζουν σημαντική κερδοφορία” υποστηρίζει. 

Σημειώνει ότι έχουν προταθεί συγκεκριμένα μέτρα μέσω της έκθεσης Πισσαρίδη τα οποία όμως, δεν έχουν ακόμη υιοθετηθεί.

«Τα όποια κίνητρα θα πρέπει να είναι μόνιμα, και όχι προσωρινά, ώστε η Ελλάδα να παρέχει στους ξένους επενδυτές την ίδια ασφάλεια που παρέχουν και οι υπόλοιπες χώρες» εξηγεί.

Αναγκαία, κατά τον κ. Μπακολιά, είναι και η μεταρρύθμιση του ελληνικού εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε οι χιλιάδες των αποφοίτων που διαθέτει η χώρα να διαθέτουν τις υψηλών προδιαγραφών δεξιότητες που ζητούν οι εταιρείες τεχνολογίας.

«Θα πρέπει να εισαχθούν στα Πανεπιστήμια υποχρεωτικά μαθήματα και πρακτικές εργασίες που συνδέονται με τις επενδύσεις που επιθυμεί να προσελκύσει η χώρα. Η Πολιτεία θα προχωρήσει αποφασιστικά στον εκσυγχρονισμό του εκπαιδευτικού συστήματος. Ειδάλλως οι όποιες επενδύσεις έρθουν πρώτες στην Ελλάδα – που αφορούν προσλήψεις επιστημονικού προσωπικού – θα αργήσουν να υλοποιηθούν και ενδέχεται ακόμη και να εκτραπούν προς άλλες χώρες» καταλήγει.

 

Money Review