ΕΚΘΕΣΗ ΕΚΤ

Τα καλά και τα κακά νέα για τις ελληνικές τράπεζες

Υψηλά κόκκινα δάνεια, χαμηλή κερδοφορία και αρνητική απόδοση ιδίων κεφαλαίων συνθέτουν την εικόνα του ελληνικού τραπεζικού συστήματος και ερμηνεύει γιατί οι μετοχές των ελληνικών τραπεζών δεν είναι ελκυστικές για τους επενδυτές. 

Τα καλά νέα είναι ότι η προσπάθεια για τη μείωση των κόκκινων δανείων αποκτά νέα δυναμική με τις πρωτοβουλίες για επέκταση Ηρακλή και τη δημιουργία της Asset Management Scheme και ότι οι ελληνικές τράπεζες, μετά από χρόνια περικοπών, διαθέτουν πλέον έναν από τους υψηλότερους δείκτες αποτελεσματικότητας. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα διαθέτει το χαμηλότερο δείκτη κόστους προς έσοδα μεταξύ των άλλων ευρωπαϊκών τραπεζών, αλλά και έναν από τους καλύτερους δείκτες δανείων προς καταθέσεις, στοιχείο που επιτρέπει μια πιο επεκτατική πολιτική χορηγήσεων το 2021.

Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από την έκθεση της ΕΚΤ για την εικόνα των 110 τραπεζών στην ευρωζώνη – μεταξύ αυτών και οι τέσσερις συστημικές στη χώρα μας – που εποπτεύει άμεσα. Τα συγκεντρωτικά στοιχεία με βάση τα αποτελέσματα του 9μήνου του 2020, αποτυπώνουν ανάγλυφα τις αδυναμίες, αλλά και τα πλεονεκτήματα των ελληνικών τραπεζών σε σχέση με τις τράπεζες στην ευρωζώνη και γίνεται σαφές ότι η εξυγίανση του χαρτοφυλακίου των ελληνικών τραπεζών και η αποφυγή δημιουργίας νέων κόκκινων δανείων λόγω covid, μπορεί να λειτουργήσει ως κλειδί στο δρόμο προς την κερδοφορία και την προσέλκυση επενδυτών.

Το γεγονός ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα διαθέτει το υψηλότερο ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων 28,5% έναντι 2,82% στην ευρωζώνη είναι γνωστό και όπως προκύπτει από τα στοιχεία της ΕΚΤ, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες υποχρεώθηκαν στο 9μηνο του 2020 λόγω covid να  πάρουν πρόσθετες προβλέψεις ύψους 4,2 δισ. ευρώ. Οι προβλέψεις ξεπέρασαν μάλιστα τα επιτοκιακά έσοδα του 9μήνου που διαμορφώθηκαν στα 4,1 δισ. ευρώ, ενώ το σύνολο των λειτουργικών εσόδων ανήλθε στα 6,7 δισ. ευρώ. Οι αυξημένες προβλέψεις ήταν η βασική αιτία για τις ζημιές ύψους 634 εκατ. ευρώ που κατέγραψαν οι τέσσερις συστημικές τράπεζες, αλλά αυτό δεν είναι χαρακτηριστικό μόνο των ελληνικών τραπεζών. 

Συνολικά οι ευρωπαϊκές τράπεζες πήραν προβλέψεις 89,2 δισ. ευρώ και την υψηλότερη επιβάρυνση είχαν οι ισπανικές τράπεζες με προβλέψεις 34 δισ. ευρώ σε σύνολο εσόδων 68,8 δισ. ευρώ, οι ιταλικές με 10,4 δισ. ευρώ σε σύνολο 42,5 δισ. ευρώ, ενώ οι πορτογαλικές πήραν προβλέψεις 1,5 δισ. ευρώ σε σύνολο 3,3 δισ. ευρώ οργανικών εσόδων. Οι γερμανικές τράπεζες πήραν προβλέψεις 6 δισ. ευρώ σε σύνολο λειτουργικών εσόδων 44,4 δισ. ευρώ, ενώ οι γαλλικές τράπεζες 16,5 δισ, ευρώ σε σύνολο οργανικών εσόδων 103,3 δισ. ευρώ. 

Οι ζημιές που κατέγραψαν οι ισπανικές τράπεζες προσέγγισαν μάλιστα τα 6 δισ. ευρώ και η Ισπανία είναι μεταξύ των χωρών το τραπεζικό σύστημα των οποίων είχε αρνητική απόδοση ιδίων κεφαλαίων (ROE) κατά -3,60%. Για τις ελληνικές τράπεζες ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώθηκε στο -3,15%, ενώ επιβαρυμένο δείκτη ROE -4,15% έχει το τραπεζικό σύστημα της Ιρλανδίας με ROE -4,15%. Ακολουθεί η Κύπρος με -3,32% και η Πορτογαλία με -1,70%.

Στα καλά νέα θα πρέπει να προστεθεί ακόμη η προοπτική κερδοφορίας των ελληνικών τραπεζών, η οποία μπορεί να βελτιωθεί έτη περαιτέρω εάν εκτός από τα επιτοκιακά έσοδα, οι ελληνικές τράπεζες στρέψουν την προσοχή τους στα έσοδα από προμήθειες. Αν και το θέμα των προμηθειών αποτελεί θέμα δημόσιου διαλόγου, από τα στοιχεία της ΕΚΤ προκύπτει ότι τα έσοδα από προμήθειες αντιπροσωπεύουν πολύ μικρό μέρος των συνολικών εσόδων των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, σε αντίθεση με τις ευρωπαϊκές τράπεζες για τις οποίες οι προμήθειες αποτελούν ακόμη και από το μισό των συνολικών τους εσόδων. 

Αν και η ανάλυση της ΕΚΤ, δεν περιλαμβάνει στοιχεία για την προέλευση των προμηθειών, δηλαδή τι ποσοστό προέρχεται από την επενδυτική δραστηριότητα, είναι σαφές ότι τα έσοδα από προμήθειες αντιπροσωπεύουν σημαντικό μέρος των εσόδων των ευρωπαϊκών τραπεζών. Συνολικά τα έσοδα από προμήθειες ανήλθαν στο 9μηνο του 2020 στα 104,4 δισ. ευρώ όταν τα έσοδα από τόκους ανήλθαν σε 198 δισ. ευρώ και ενδεικτικές περιπτώσεις είναι οι γερμανικές τράπεζες που εισέπραξαν έσοδα από προμήθειες 15,4 δισ. ευρώ (24,1 δισ. ευρώ από τόκους), οι ισπανικές 16,7 δισ. ευρώ (47,3 δισ. ευρώ από τόκους), οι γαλλικές 37,8 δισ. ευρώ (52,6 δισ. ευρώ από τόκους), οι ιταλικές 15,8 δισ. ευρώ (20,9 δισ. ευρώ από τόκους) και οι πορτογαλικές 1,1 δισ. ευρώ (2,3 δισ. ευρώ από τόκους). 

Οι ελληνικές εισέπραξαν έσοδα από προμήθειες 884 εκατ. ευρώ, δηλαδή το ένα πέμπτο των εσόδων από τόκους που ανήλθαν σε 4,1 δισ. ευρώ και συγκρίνονται μόνο με τις ολλανδικές τράπεζες, όπου η αναλογία είναι παρόμοια. Η εικόνα αυτή δείχνει την προοπτική που έχει η διεύρυνση των εργασιών για την ενίσχυση της κερδοφορίας τους, η οποία μάλιστα μπορεί να στηριχθεί περαιτέρω και στο χαμηλό δείκτη εξόδων προς έσοδα που διαθέτουν οι ελληνικές τράπεζες και ο οποίος είναι μάλιστα ο χαμηλότερος στην ευρωζώνη. Τα στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν ότι ο δείκτης cost to income των τεσσάρων συστημικών τραπεζών μετά τις σημαντικές περικοπές σε δίκτυα και προσωπικό τα τελευταία χρόνια βρίσκεται στο 40,9%, όταν χώρες όπως η Γερμανία έχουν 77,2%, η Ισπανία 51,7%, η Γαλλία 72,5%, η Ιταλία 69,8% και η Πορτογαλία 60,5%. 

Οι ελληνικές τράπεζες διαθέτουν επίσης υψηλή ρευστότητα, όπως αυτή αποτυπώνεται στο δείκτη δάνεια προς καταθέσεις, που διαμορφώθηκε το 9μηνο του 2020 στο 83,7% έναντι 105% στην Ισπανία και 101% στην Ιταλία. Σε καλύτερη θέση με μεγαλύτερη καταθετική βάση έναντι των χορηγήσεων είναι οι πορτογαλικές τράπεζες με δείκτη 76%, ενώ για τις γερμανικές ο αντίστοιχος δείκτης διαμορφώθηκε στο 127,6%.

Ακολουθήστε το Money Review στο Google News